ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
Η Καστανιά είναι ένα ορεινό χωριό που βρίσκεται νοτιοδυτικά στον Νομό Ευρυτανίας. Το μεγαλύτερο μέρος του βρίσκεται στις βορειοανατολικές πλαγιές του Παναιτωλικού ενώ η συνοικία του το Λιναράκι, έρημη και απροσπέλαστη σήμερα, βρίσκεται απέναντι, στη δυτική πλευρά της Καλλιακούδας, στις πλαγιές της κορυφής της Κεραμίδι. Χαμηλά,ανάμεσα στις πλαγιές της Καλλιακούδας και του Παναιτωλικού κυλάει ο ορμητικός Κρικελλοπόταμος. Το σημερινό κέντρο του χωριού βρίσκεται από τα 900 μέτρα υψόμετρο και φτάνει ως τα 1100. Χαμηλά στον Κρικελλοπόταμο, στην παλιά συρματογέφυρα που ένωνε το Λιναράκι με το κυρίως χωριό το υψόμετρο είναι 462 μ. Στον Άγιο Δημήτριο, το ψηλότερο κατοικημένο σημείο το υψόμετρο είναι 1070 μ, ενώ οι πηγές “Κεφαλόβρυσο” στην απομακρυσμένη νότια παλιά συνοικία Γούρνες που από το νερό τους αρδεύεται και υδρεύεται το χωριό, το υψόμετρο φτάνει στα 1230 μ.
Διοικητικά αποτελεί την Τοπική Κοινότητα Καστανιάς και ανήκει στην Δημοτική Ενότητα Προυσού του Καλλικρατικού Δήμου Καρπενησίου. Απέχει από το Καρπενήσι 41 χιλιόμετρα μέσω Προυσού ενώ μέσω της Καστανούλας που δυστυχώς είναι χωματόδρομος, η απόσταση περιορίζεται στα 30 χιλιόμετρα. Απέχει επίσης από το Αγρίνιο 62, από το Θέρμο 49 και από τη Μονή Προυσού 13,5 χιλ.
ΣΥΝΟΙΚΙΕΣ
Σήμερα η Καστανιά δεν έχει κατοίκους στις περιφερειακές της συνοικίες που άλλοτε ήταν γεμάτες κόσμο, μολονότι οι περισσότερες ήταν απομακρυσμένες και δυσπρόσιτες, ήταν όμως κοντά σε πηγές και προσφέρονταν για την κτηνοτροφία. Αυτές οι συνοικίες από βορρά προς νότο ήταν: Πάνω από το Κρικελλοπόταμο η Καστανούλα, που ήταν υποχρεωτικός σταθμός στον παλιό βατό δρόμο προς Γαύρο, ανατολικά της απέναντι από το ποτάμι οι Λογγιές και το Λιναράκι (Κάτω Λιναράκι και Πάνω Λιναράκι ή Σαγιάς) με την Εκκλησία του Αγίου Ιωάννου Θεολόγου στους πρόποδες και τις δυτικές πλαγιές της Καλλιακούδας, κάτω από το Κεραμίδι, τη νοτιότερη κορυφή της, οι μόνες συνοικίες απέναντι από την Καστανιά που τις χωρίζει από αυτήν ο Κρικελλοπόταμος.
Δυτικά της Καστανιάς, με θέα προς τον Τόρνο, τον Προυσό και το Μοναστήρι του ήταν ο Πλάτανος, συνοικία που κατολίσθησε το 2015.
Ανατολικά το Παλιοχώρι, το Στενό και οι Κήποι και νότια, το Κακαβάκι, η Παλιόστανη, τα Αμπελάκια οι Άνω και Κάτω Γούρνες, και η νοτιότερη Σκαγκαριά κοντά στα σύνορα με την Τριχωνίδα και το εκεί χωριό Αργυροπηγάδι. Το τοπωνύμιο Σκαγκαριά, προέρχεται από τη φράση «Στου Συκά την καριά», αναγράφεται στο Κτηματολόγιο της Μονής Προυσού ως «Καρέα του Συκά». “Συκάς” ήταν επώνυμο οικογένειας κλεφταρματολών του Καρπενησίου και της ευρύτερης περιοχής.
ΠΛΗΘΥΣΜΙΑΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ – ΙΣΤΟΡΙΑ
Η Καστανιά στα αρχαία και βυζαντινά χρόνια βρισκόταν σε οροπέδιο στα Λακκώματα, κοντά στα σημερινά εξωκλήσια Άγιος Δημήτριος και Προφήτης Ηλίας και ονομάζονταν Άγιος Δημήτριος και είναι βέβαιο ότι κατοικήθηκε από τα αρχαία χρόνια. Παντού στο χωριό βρέθηκαν και βρίσκονται πάμπολλα θραύσματα αρχαίων αγγείων και πιθαριών, ταφικών ή γενικής χρήσεως.
Ένα τελευταίο μεγάλο ταφικό πιθάρι βρέθηκε το καλοκαίρι του 2013, υποδείχθηκε και έγινε παραλαβή του από την αρμόδια ΙΔ Εφορεία Αρχαιοτήτων για συντήρηση και μελέτη, ενώ η πρώτη εκτίμηση από την τότε αρμόδια αρχαιολόγο κα Ευθυμία Καράτζαλη ήταν ότι «πρόκειται περί τάφου που χρονολογικά ανάγεται στο τέλος της κλασικής εποχής μέχρι την αρχή της Ελληνιστικής εποχής, δηλαδή στον 4ο π.Χ. αιώνα (400 – 300 π.Χ.)». Στα Βυζαντινά χρόνια ονομαζόταν Άγιος Δημήτριος. Ήταν μοναδικό στην περιοχή πέρασμα για την Αιτωλία. Αναφέρεται στην «Ιερά Διήγηση» της Μονής Προυσού, που λέει για τον μοναδικό δρόμο της περιοχής τον (9ο αιώνα) της Αιτωλίας με την υπόλοιπη Ελλάδα «ήτο εκ του γειτονεύοντος χωρίου του Αγίου Δημητρίου».
Η Καστανιά αναφέρεται και σε οθωμανικά φορολογικά κατάστιχα που πρόσφατα ήλθαν στο φως και ερευνώνται, αμέσως μετά την Άλωση, του 1454 -55, ως Kastanya είτε ως Ayo_Dimitri. Στην οθωμανική φορολογική απογραφή του 1506, στον οικισμό Kastanya καταγράφονται ονομαστικά (με πλήρη ονόματα) 32 επικεφαλής οικογενειών. Στο κατάστιχο του 1645 ο Άγιος Δημήτρης καταγράφεται αμέσως μετά την Καστανιά ως διακριτός οικισμός, ομοίως και οι Γούρνες.
Στους επόμενους αιώνες, όπως συνέβηκε σε όλα τα μέρη του Ελληνικού χώρου, επιδημίες, ληστείες, πολεμικές αναταραχές (ιδιαίτερα τα Ορλοφικά) επηρέασαν κατά πολύ τη ζωή των κατοίκων και υπήρξε σημαντική μείωση του πληθυσμού. Η ύπαρξη ως τις αρχές του 20ου αιώνα Ναού αφιερωμένου στο Άγιο Χαράλαμπο, στο χώρο που κτίστηκε το Δημοτικό Σχολείο, ερμηνεύεται ως επίκληση των κατοίκων για την προστασία τους από τον Άγιο Προστάτη κατά της λοιμικής (πανώλους).
Ο αριθμός αυτών των οικογενειών παρέμεινε σταθερά ως τα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης και άρχισε να αυξάνεται σταδιακά μετά από αυτήν, όχι μόνο λόγω της ειρήνης αλλά και από την παραμονή στον τόπο μας κάποιων που στα χρόνια της Επανάστασης είχαν καταφύγει στην Ιστορική Αποκλείστρα και δε θέλησαν να επιστρέψουν στις κοιτίδες τους. Στις 19 Μαΐου του 1829 σε σχετική ψηφοφορία για την εκλογή εκπροσώπου που θα συμμετείχε στην Δ’ Εθνοσυνέλευση του Άργους και επικύρωσε την πολιτική του Καποδίστρια, εκπροσωπήθηκαν τριάντα οικογένειες που κατοικούσαν εδώ.
Μετά την απελευθέρωση ο πρώτος δήμος που σχηματίστηκε στην περιοχή ήταν ο δήμος Αρακυνθίων, με το Β.Δ. στις 18-9-1836, ως δήμος της επαρχίας Καλλιδρόμης, με πληθυσμό 1732 κατοίκους και έδρα το Αρακύνθιον (Προυσός) όπου υπαγόταν και η Καστανιά με πληθυσμό 194 κατοίκους. Σε απογραφές πληθυσμού που ακολούθησαν η Καστανιά βρέθηκε να έχει κατοίκους ως εξής:
| ΕΤΟΣ | ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ |
| 1907 | 593 |
| 1920 | 619 |
| 1928 | 562 |
| 1940 | 656 |
| 1951 | 487 |
| 1961 | 399 |
| 1971 | 251* |
| 1981 | 284 |
| 1991 | 314 |
| 2001 | 311 |
| 2011 | 179 |
| 2021 | 144 |
* Ως τη χρονιά αυτή οι απογραφές γίνονταν χωρίς ουσιαστική μετακίνηση πληθυσμού.
Το χειμώνα οι κάτοικοι που μένουν σταθερά στο χωριό είναι πολύ λιγότεροι, περίπου 25 – 30.
Η Καστανιά είναι η γενέτειρα του Αγιορείτη πνευματικού Ιερομόναχου Κυρίλλου Καστανοφύλλη, (1775 – Άγιο Όρος 1835;) που το 1814, μετά από τις εκκλήσεις των προεστών του Καρπενησίου, τοπικών παραγόντων, της Ιεράς Μονής Προυσού και του επισκόπου Λιτζάς και Αγράφων, θα επιστρέψει στη μονή της μετανοίας του, στη μονή Προυσού και θα της προσδώσει την αρχαία αίγλη ως πνευματικός Αναμορφωτής και εν τέλει ως Ηγούμενος (1819 – 1825).
Η Καστανιά έχει 8 Εκκλησίες με Ενοριακό Ναό αυτόν του Αγίου Νικολάου που πρωτοκτίστηκε κατά το έτος 1795 σε χώρο που πριν βρισκόταν η οικία του Κυρίλλου Καστανοφύλλη την οποία δώρισε για το σκοπό αυτό. Δυστυχώς βρίσκεται σε σαθρό έδαφος και χωρίς προσέγγιση σύγχρονου αμαξιτού δρόμου με αποτέλεσμα να έχει αρχίσει η κατάρρευσή του και να κινδυνεύουν τα πολύτιμα κειμήλιά του, μεταξύ των οποίων εικόνες παλαιές και το σπουδαίο πανέμορφο καρυδένιο ξυλόγλυπτο τέμπλο, ένα από τα πολλά έργα του λαϊκού εκκλησιαστικού λεπτουργού και ιεροψάλτη Στέλιου Δ. Υφαντή (1875-1971) στα 1923.
Καστανιώτες επίσης και οι αγωνιστές Γιάννης Βελώτας και Κώστας Καλατζής, που θυσιάστηκαν το 1822 στο Μεγάλο Χωριό αντιμετωπίζοντας στρατιά του Ομέρ Βρυώνη. Και άλλοι πολλοί Καστανιώτες έλαβαν μέρος σε πολλές μάχες και εκστρατείες κατά την Επανάσταση του 1821 πολεμώντας γενναία.
Οι Καστανιώτες συμμετείχαν και στους υπόλοιπους Εθνικούς Αγώνες και έδωσαν το πολυτιμότερο αγαθό που είχαν για την Πατρίδα, την ίδια τους τη ζωή, συνολικά 65 άτομα.
Στην περιφέρεια της Καστανιάς, περί τα 5 χιλ. νότια, κοντά στο δρόμο προς τις Γούρνες ανήκει και η Ιστορική Αποκλείστρα, της οποίας η κατοικήσιμη ανατολική πλευρά, -όχι κάποιο σπήλαιο – περικλεισμένη από άβατους βράχους υπήρξε το απόρθητο φυσικό καταφύγιο των απροστάτευτων Ελλήνων στα χρόνια της Επανάστασης. Για την οχύρωσή της και την ασφάλεια των καταφευγόντων εκεί αμάχων κατά τη διάρκεια των τουρκικών εκστρατειών και επιδρομών, ιδιαίτερα όταν κατέβαιναν για τις πολιορκίες του Μεσολογγίου, υπήρξε μέριμνα με διαταγή του Μαυροκορδάτου από 19/5/1824 και αμέριστη συνδρομή της Ι.Μονής Προυσού της οποίας Ηγούμενος ήταν ακόμη ο Κύριλλος Καστανοφύλλης.
Στην περιοχή της Αποκλείστρας εικάζεται ότι σε σπήλαιο υπήρχε Μαντείο του Ομηρικού Οδυσσέα. Το γνωστό όμως σπήλαιο προς τη νότια πλευρά της Αποκλείστρας βρίσκεται σε τόσο εξαιρετικά δύσβατη θέση που εύκολα διαπιστώνει ο καθένας ότι είναι αδύνατο να ήταν το σημείο αυτό ιερός τόπος με πρόσβαση που μόνο αναρριχητές με σύγχρονο εξοπλισμό μπορούν. Υπάρχει υποψία από σχετικές ενδείξεις πως σπήλαιο βρίσκεται κοντά στην είσοδο της Αποκλείστρας, χωρίς όμως φανερή είσοδο, πιθανόν κλεισμένη από προσχώσεις.
Ένα περιστατικό έχει αναπαραχθεί σε διαδικτυακές σελίδες αλλά όχι στις πραγματικές του διαστάσεις, ως εξής: «Μάλιστα, το 1864 έγινε συμπλοκή μεταξύ των κατοίκων της Καστανιάς και εκείνων του χωριού Απόκουρου».
Στα νότια της Καστανιάς, όπου οι συνοικίες Γούρνες και Σκαγκαριά, όπως τρέχουν τα νερά από την κορυφή του Παναιτωλικού Τριανταφυλλιά (1817 μ.υ.) διέρχονται και τα σύνορα με την Τριχωνίδα, άλλοτε Απόκουρον, και τα γειτονικά χωριά είναι το Αργυροπηγάδι (Γκερτοβός) και Κοκκινόβρυση (Κοσίνα). Όλα τα χωριά έτρεφαν αρκετά κοπάδια αιγοπροβάτων και το καλοκαίρι έβοσκαν ελεύθερα στις πλαγιές του Παναιτωλικού. Από την πλευρά της Τριχωνίδας το Παναιτωλικό στην περιοχή αυτή δεν έχει πηγές, ενώ άφθονα νερά τρέχουν προς την περιοχή της Καστανιάς. Οι πηγές στη Σκαγκαριά απέχουν λίγες εκατοντάδες μέτρα από τον αυχένα Τριχιά και τα ζώα που δε γνωρίζουν σύνορα έρχονταν και όχι μόνο ξεδιψούσαν, αλλά και συχνά ανεπιτήρητα έβοσκαν στις περιοχές που ανήκαν στους Καστανιώτες και στερούσαν τη βοσκή από τα δικά τους ζώα, ή, το χειρότερο ακόμη, έκαναν και αγροζημίες, τις οποίες δεν παραδέχονταν οι ιδιοκτήτες των ζώων. Αντίθετα, οι γείτονες από την Τριχωνίδα συχνά ήταν αυστηροί όταν τα ζώα των Καστανιωτών έμπαιναν στις δικές τους εκτάσεις.
Τα πνεύματα οξύνθηκαν και το 1864 έγινε συμπλοκή μεταξύ των διαπληκτιζομένων στα σύνορα στον αυχένα Τριχιά, η οποία κατέληξε στο φόνο εκ μέρους των Καστανιωτών ενός κατοίκου της Κοκκινόβρυσης. Ο Κώστας Ν. Μπαλτάς, στο βιβλίο του περιγράφει ως εξής το επεισόδιο: «Αιτία της συμπλοκής υπήρξε η διαφωνία των επί των ορίων των δύο χωρίων. Των Καστανεωτών ηγούντο οι Κουτρούμπας και Ζηνελάκης, οίτινες εφόνευσαν κάτοικον του ανωτέρω χωρίου. Διά την πράξιν των, ως λέγεται, κατεδικάσθη ο δεύτερος εις πενταετή φυλάκισιν». Οι Αργυροπηγαδίτες έχουν την πληροφορία ότι και από το δικό τους χωριό υπήρξε ένας τραυματίας.
Το δικαστήριο υποχρέωσε σε συμβιβασμό τους διαφωνούντες με δικαίωμα οι μεν της Τριχωνίδας να μπορούν να βόσκουν τα κοπάδια τους μέχρι της πηγές Σκαγκαριάς, τα δε κοπάδια των Καστανιωτών να μπορούν να βόσκουν σε ίση απόσταση, περίπου 200 μέτρων εντός των εδαφών των γειτόνων τους.